σύμπλεγμα

σύμπλεγμα
τό
1) сплетение; 2) разветвление, система, узел; 3) сочетание;

συμφωνικό σύμπλεγμα — сочетание согласных;

4) комплекс; ансамбль; скульптурная группа; композиция;
5) монограмма, вензель; 6) лингв, лигатура

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "σύμπλεγμα" в других словарях:

  • σύμπλεγμα — entanglement neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμπλεγμα — Όρος, που χρησιμοποιείται στην καθημερινή γλώσσα, μολονότι όχι ακριβολογημένα, για να δείξει την παρουσία αισθημάτων συνειδητών, δυσάρεστων και γεμάτων άγχος, που αφορούν εμάς τους ίδιους ή που αποδίνονται σε άλλους («έχω ένα σωρό συμπλέγματα»,… …   Dictionary of Greek

  • σύμπλεγμα — το 1. ό,τι προήλθε από πλοκή, από σύνδεση δύο ή περισσότερων πραγμάτων: Τα συμπλέγματα ντζ και ντσ πρέπει να τα ξεχωρίζουμε στην προφορά από τα απλά τζ και τσ. 2. παράσταση γλυπτή ή γραφική προσώπων, ζώων κτλ., που εικονίζονται πολύ κοντά το ένα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οιδιπόδειο σύμπλεγμα — Βασική, για τη ψυχανάλυση, τάση συναισθηματικής προσκόλλησης του γιου προς τη μητέρα, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει τάση απώθησης του πατέρα. Σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του παιδιού, η ετεροερωτική φάση εμφανίζεται στην… …   Dictionary of Greek

  • μείζον σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας — Σύνολο γονιδίων, τα οποία κωδικοποιούν για επιφανειακές πρωτεΐνες του κυττάρου και σχετίζονται με την αποδοχή ή απόρριψη των μοσχευμάτων. Είναι γνωστά με τα αρχικά MHC. Η κύρια λειτουργία των μορίων MHC περιλαμβάνει τη διάκριση μεταξύ εαυτών και… …   Dictionary of Greek

  • ακτομυοσίνη — Σύμπλεγμα δύο πρωτεϊνών, της ακτίνης και της μυοσίνης, που αποτελεί ένα από τα κύρια συστατικά των μυών. Συστολή των ινιδίων α. προκαλεί τη συσπείρωση των μυών. Η μυοσίνη είναι στενά συνδεδεμένη με ένα ένζυμο που η ενεργότητά του προκαλεί την… …   Dictionary of Greek

  • Ανάνες — Σύμπλεγμα βραχονησίδων του νοτίου Αιγαίου, γύρω στα 16 χλμ. ΝΔ του ακρωτηρίου Ψαλίδα της Μήλου. Εξαιτίας των δυνατών θαλάσσιων ρευμάτων της περιοχής, είναι επικίνδυνες για τα πλοία που ταξιδεύουν από τον Πειραιά προς το Ρέθυμνο, γι’ αυτό και στη… …   Dictionary of Greek

  • Βορομαία νησιά — Σύμπλεγμα τριών νησιών στη λίμνη Ματζόρε της Ιταλίας. Τα νησιά αυτά είναι η Μπέλα (Ωραία), η Μάντρε (Μητέρα) και η Σουπεριόρε (Ανώτερη)· θεωρούνται από τις ωραιότερες περιοχές της Ιταλίας …   Dictionary of Greek

  • γλυκοπρωτεϊνη — Σύμπλεγμα που αποτελείται από ένα πρωτεϊνικό τμήμα, που περιέχει ως προσθετική ομάδα υδατάνθρακες. Το πρωτεϊνικό μόριο αποτελεί τη σπονδυλική στήλη του συμπλέγματος, ενώ οι υδατάνθρακες βρίσκονται υπό τη μορφή πλάγιων αλυσίδων. Ελάχιστες… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Δελφών — Το Μουσείο των Δελφών, που στεγάζει μία από τις πλουσιότερες συλλογές έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης, χτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, με χρήματα του ελληνικού δημοσίου και την αρωγή του εθνικού… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»